Ένας τόσο μεγάλος σύλλογος όπως ο ΑΡΗΣ δεν θα μπορούσε παρά να κουβαλά στις πλάτες του αμέτρητες ιστορίες, 111 χρόνια τώρα. Ανάμεσά τους, ξεχωριστή θέση έχουν εκείνες που αφορούν το έμβλημα – ιστορίες που φωτίζουν την ταυτότητα και τη φιλοσοφία του συλλόγου.
Από την ασπίδα στον Θεό του Πολέμου

Οι ιδρυτές του ΑΡΗ στράφηκαν εξαρχής στην ελληνική μυθολογία. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο ταιριαστή επιλογή από τον Θεό του Πολέμου. Έτσι, το πρώτο έμβλημα ήταν μια ασπίδα με το όνομα ΑΡΗΣ και τα αρχικά ΑΣΘ (Αθλητικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης).
Στα επίσημα έγγραφα της δεκαετίας του 1920 άρχισε να εμφανίζεται ως σφραγίδα το άγαλμα του Αναπαυόμενου ΑΡΗ, γνωστό ως «ΑΡΗΣ του Λουντοβίζι». Παρότι δεν θεωρήθηκε αμέσως επίσημο σήμα, στα τέλη της δεκαετίας του ’70 τα μέλη του συλλόγου το υιοθέτησαν οριστικά.
Ο ΑΡΗΣ του Λουντοβίζι: Από την αρχαιότητα στη Ρώμη

Το γλυπτό του Αναπαυόμενου ΑΡΗ αποδίδεται στον Σκόπα, αν και υπάρχουν αναφορές και για τον Λύσιππο. Το πρωτότυπο δεν σώζεται, όμως ένα εντυπωσιακό ρωμαϊκό αντίγραφό του –το οποίο σήμερα εκτίθεται στο Εθνικό Μουσείο Θερμών στη Ρώμη– έγινε το πιο αναγνωρίσιμο σύμβολο του συλλόγου.
Ο θεός παρουσιάζεται νέος, καθισμένος πάνω σε λάφυρα μάχης, με τον μικρό Έρωτα δίπλα του να παίζει αμέριμνα. Το άγαλμα βρέθηκε το 1622 και πέρασε στην κατοχή του καρδινάλιου Λουντοβίκο Λουντοβίζι, από τον οποίο πήρε και το όνομά του.
Η ιστορία της ρέπλικας και ο ρόλος του Κώστα Βικελίδη
Η τελική επιλογή του αγάλματος ως εμβλήματος συνδέεται με μια όμορφη ιστορία που περιγράφει ο Περικλής Τράιος στο βιβλίο του Κώστα Ίντου «Η Ιστορία του Άρη, τόμος 1».
Ο Κώστας Βικελίδης, την περίοδο της προεδρίας του (1967–1969), περνούσε καθημερινά με τον θρυλικό «Μπαρού» Μάκη Νάτση από ένα κατάστημα με αντίκες στη γωνία Παύλου Μελά και Εγνατίας. Στη βιτρίνα υπήρχε μια ρέπλικα του Αναπαυόμενου ΑΡΗ.
Η τιμή της; 6.000 δραχμές. Όταν όμως ο καταστηματάρχης κατάλαβε ότι ο Βικελίδης τη θέλει για τον ΑΡΗ, την ανέβασε στις 20.000 – ποσό τεράστιο για την εποχή. Τελικά, η διοίκηση έδωσε τις 6.000 και ο εύπορος σύμβουλος Γιώργος Δημητρίου κάλυψε τις υπόλοιπες 14.000. Λίγο αργότερα, η γενική συνέλευση επικύρωσε το έμβλημα που γνωρίζουμε μέχρι σήμερα.