Με τον ΑΡΗ μας πάντα μπροστά…

Η είδηση του θανάτου της Μαρινέλλας, με βρήκε λίγα λεπτά πριν ξεκινήσει η βραδινή εκπομπή του περασμένου Σαββάτου.

Χωρίς να έχω κάνει κάποια ιδιαίτερη προετοιμασία, την “αποχαιρέτησα”.

Άλλωστε δεν μπορούσα να σταθώ περισσότερο, καθώς η θεματολογία της εκπομπής για τον ποδοσφαιρικό ΑΡΗ, ήταν συγκεκριμένη και καθορισμένη.

Το πρωί της επόμενης μέρας όμως, μου βγήκε και ένιωσα μιά έντονη συγκίνησιακή φόρτιση.

Περπατώντας στους δρόμους του κέντρου, θυμήθηκα, νοστάλγησα και σε κάποια στιγμή  βούρκωσα…

Όλα ξεκίνησαν όταν άκουσα ένα τραγούδι, πατώντας πάνω σε μια από τις εκατοντάδες αναρτήσεις που είχαν γίνει στα social media τις προηγούμενες ώρες…

Ένα τραγούδι γνώριμο, το οποίο είχα ακούσει εκατοντάδες φορές στο παρελθόν.

Ήταν το κλασικό βίντεο από ένα  χορό του Συλλόγου το 1988, στον οποίο τραγούδησαν η  μεγάλη Μαρινέλλα και ο Γιάννης Πάριος.

Η εικόνα γνωστή, με τη Μαρινέλλα ντυμένη στα κίτρινα, να τραγουδάει μια μεγάλη επιτυχία της εποχής, με τους στίχους προσαρμοσμένους στον αυτοκράτορα ΑΡΗ.

Άλλωστε δεν είχε κρύψει ποτέ την αγάπη της για το Σύλλογο.

Έτσι κι αλλιώς, ο ΑΡΗΣ ήταν οικογενειακή υπόθεση για τη Μαρινέλλα.

Να μην ξεχνάμε οτι η αδελφή της η κα Λούλα, ήταν η γυναίκα του Βασίλη Γρηγοριάδη, εμβληματικού ποδοσφαιριστή της ομάδας μας, από το 1948 ως το 1960 και μετέπειτα προπονητή και θεσμικού παράγοντα του Συλλόγου.

Ο θρυλικός “ναύαρχος” ένας ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ Αρειανός, αρχηγός εκείνης της σπουδαίας ομάδας του 50, με συμπαίκτες, τους Παναγούλια, Λιακόπουλο, Παπουτσόπουλο, Νανάκο, Καλιοτζή, Ποζάνη και όλων εκείνων των τοτέμ, της αρειανής ιστορίας που έφυγε από τη ζωή το 2006.

Αυτό το τραγούδι άκουσα το πρωί της Κυριακής και εκεί συνειδητοποίησα, την απώλεια της.

Με τον Γκάλη, το Γιαννάκη, το Φιλίππου και τ΄άλλα παιδιά…”, ένα τραγούδι που έμεινε παντοτινά στις καρδιές και στις ψυχές όλων των Ελλήνων, ως το τραγούδι που συνόδευσε το μεγαλείο εκείνης της ομαδάρας.

Του Πανέλληνα ΑΡΗ, που είχε ενώσει όλους τους Έλληνες.

Ανατριχίλα!

Το άκουσα τρεις φορές μέχρι να φτάσω στο γραφείο και βαδίζοντας στην Τσιμισκή.

Εκεί μου βγήκε η επιθυμία να γράψω δυο λόγια για αυτή τη μεγάλη μορφή του ελληνικού τραγουδιού, την οποία είχα τη χαρά και τη δυνατότητα μέσα από τη δουλειά μου, να τη γνωρίσω, να της μιλήσω και να συνεργαστώ με τις παραγωγές της, σε δεκάδες συναυλίες όλα αυτά τα χρόνια.

Ήταν λοιπόν άνοιξη του 1987, τότε που Χρήστος Νικολόπουλος και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, δύο μεγάλες μορφές της ελληνικής λαικής μουσικής, είχανε γράψει για τη φωνή του Λεωνίδα Βελή, ένα γλυκό ερωτικό τραγούδι.

Με το στόμα γεμάτο φιλιά, ανεβαίνεις δυο-δυο τα σκαλιά…” έλεγε το κομμάτι και πράγματι, είχε δημιουργήσει μια ωραία αίσθηση, καθώς ακούγονταν στα ραδιόφωνα της εποχής, κρατικά και…”πειρατικά”.

Ωστόσο η μοίρα είχε άλλα μελλούμενα και είχε ήδη γράψει για αυτό το τραγούδι, οτι θα ξεφύγει από τα στενά πλαίσια μιας επιτυχίας και θα γράψει τη δική του ιστορία.

Η αγάπη της Μαρινέλας για τον ΑΡΗ και ειδικά για εκείνη την τεράστια ομάδα, της έδωσε την έμπνευση!

Θα προσαρμόσει τους στίχους, πάνω στα επικά κατορθώματα εκείνης της ΜΥΘΙΚΗΣ ομαδάρας.

Αυτό ήταν.

Η προσαρμογή εκείνη θα εκτινάξει τη δημοφιλία αυτού το τραγουδιού και θα το καθιερώσει διαχρονικά στο μυαλό και στις ψυχές εκατομμυρίων Ελλήνων σε όλον τον πλανήτη, ως έναν ύμνο, μία ωδή στον Αυτοκράτορα του ελληνικού μπάσκετ.

Θα γίνει ένας ύμνος για εκείνη την ομάδα, τον οποίο τραγούδησε όλη η Ελλάδα.

Μία ψαλμωδία, ένα εγκώμιο που συνόδευε εκείνη την χρυσή ομάδα.

Τον ΑΡΗ της Θεσσαλονίκης, τον ΑΡΗ της Ελλάδας τον ΑΡΗ όλων των Ελλήνων.

Με τον Γκάλη, το Γιαννάκη το Φιλίππου και τ άλλα παιδιά…”, τραγουδούσαν οι Έλληνες.

Έγινε το τραγούδι που σημάδεψε μία ολόκληρη εποχή.

Έγινε το τραγούδι που έγραψε τη δική του ξεχωριστή ιστορία.

Για μία ομάδα που λατρεύτηκε όσο καμία άλλη στο στερέωμα του ελληνικού αθλητισμού.

Ακούγοντας λοιπόν αυτό το τραγούδι το πρωί της Κυριακής “έσπασα”.

Βούρκωσα.

Ένιωσα ότι αποχαιρετώ ένα κομμάτι της νιότης μου.

Εκείνες της μνημειώδεις και ανεπανάληπτες Πέμπτες.

Τότε που ερήμωνε όλη η Ελλάδα

Τότε που έκλειναν θέατρα, έκλειναν κινηματογράφοι, γίνονταν προσαρμογές στα προγράμματα των κέντρων διασκέδασης.

Τότε που αναγκάστηκαν και είχαν βάλει τηλεοράσεις όλες οι ταβέρνες, τα εστιατόρια, τα σουβλατζίδικα, οι καφετερίες, προκειμένου να δίνουν τη δυνατότητα στους θαμώνες να βλέπουν τον Αυτοκράτορα ΑΡΗ.

Τότε που όλη η Ελλάδα καθηλώνονταν μπροστά σε μία τηλεόραση.

Με την ΕΡΤ, να χτυπάει πρωτόγνωρα και ασύλληπτα νούμερα τηλεθέασης που όμοια της δεν υπήρξαν και δεν θα υπάρξουν ποτέ ξανά.

Απ΄άκρη σ΄άκρη, όλη η χώρα συμμετείχε σε αυτή την ιερή μυσταγωγία.

Από το παγωμένο τριεθνές του Έβρου, με τα φανταράκια μαζεμένα γύρω από μία σόμπα σε ένα ΚΨΜ, ως την άλλη άκρη της Πατρίδας, στο ακριτικό Καστελόριζο!

Από το καφενεδάκι στους Ψαράδες της Πρέσπας μέχρι τη Γάυδο.

Παντού, από τα μεγάλα αστικά κέντρα την Αθήνα, τον Πειραιά, την Πάτρα, τα Γιάννενα, μέχρι το πιο μικρό χωριό της ελληνικής περιφέρειας και ως τη Πράσινη Γραμμή στη Λευκωσία!

ΠΑΝΤΟΥ. 

ΟΛΟΙ οι Έλληνες ήταν εκεί.

Όλοι καθηλωμένοι περίμεναν να ξεκινήσει ο μεγάλος αγώνας και να νιώσουνε χαρά και περηφάνια με τα κατορθώματα του Γκάλη του Γιαννάκη, του Φιλίππου, του Σούμποτιτς, του Ρωμανίδη, του Λυπιρίδη, του Δοξάκη, του Γουίλτζερ και όλων των παιδιών εκείνης της ομαδάρας του Γιάννη Ιωαννίδη.

Τότε που σε κάθε ελληνικό σπίτι λάμβανε χώρα το απόλυτο τελετουργικό.

Όλοι καθόντουσαν στις ίδιες θέσεις και έκαναν με απόλυτη ακρίβεια τις ίδιες κινήσεις για να μη χαλάσει το γούρι.

Ο πατέρας στον καναπέ και τα παιδια γύρω του, με την αγωνία να χτυπά κόκκινο.

Η γιαγιά σε μία γωνιά να κάνει τις προσευχές της και να ξεματιάζει τους παίκτες μας όταν κάτι δεν πήγαινε καλά.

Ο παππούς, να μισοκοιμάται, αλλά να πετάγεται απο χαρά κάθε φορά που όλοι πανηγύριζαν ένα ζογκλερικό καλάθι του Γκάλη, μια βουτιά αυτοθυσίας του Γιαννάκη ή ένα φαρμακερό τρίποντο του Σούμποτιτς.

Και η ελληνίδα μάνα, μονίμως κάθε Πέμπτη εκείνο το δίωρο να είναι στην κουζίνα και κάτι να φτιάχνει, κάτι να μαγειρεύει, με κάτι να ασχολείται τέλος πάντων και να κάνει κι αυτή τα δικά της γούρια!

ΕΝΑ ΕΘΝΟΣ ΜΙΑ ΟΜΑΔΑ!

Όλη η Ελλάδα περίμενε την ευλογημένη εκείνη στιγμή που θα γίνονταν η πρώτη σύνδεση με τον απόλυτο μπασκετικό ναό!

Εκεί όπου 6.000 και παραπάνω τυχεροί ήταν παρόντες κι αποτελούσαν και αυτοί κομμάτι της χρυσής ιστορίας από εκείνες τις μεγαλειώδεις και αλησμόνητες Πέμπτες της ζωής μας.

Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας από τη Θεσσαλονίκη και από το Αλεξάνδρειο…”

Ήταν η φωνή του Φίλιππου Συρίγου, με φόντο τις κατάμεστες κερκίδες που σείονταν από εκδηλώσεις λατρείας για τον “θεό του πολέμου”.

Ήταν η ώρα και η στιγμή, που η καρδιά όλων των Ελλήνων βάφονταν κίτρινη και κόντευε να σπάσει από αγωνία.

Ένα ακόμη ευρωπαϊκό ταξίδι του ΑΡΗ ξεκινούσε.

Ένα ακόμη ευρωπαϊκό ταξίδι όλων των Ελλήνων, ξεκινούσε.

Αυτές οι σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου μέσα σε λίγα λεπτά και όσο διαρκούσε το τραγούδι…

Σαν φλας.

Είχα φτάσει ήδη στη Διαγώνιο. 

Πάτησα το επόμενο βίντεο!

Ήταν άλλη μια πετυχημένη προσαρμογή σε τραγούδι της Μαρινέλας που έγινε σύνθημα, καθώς τα παιδιά της αρειανής κερκίδας, εμπνεύστηκαν για ακόμη μια φορά από ένα τραγούδι της μεγάλης κυρίας του ελληνικού τραγουδιού.

Να παίζει το τρανζίστορ τ΄αμερικάνικα…” τραγουδούσε στα τέλη της δεκαετίας του 70 σε μουσική Γιώργου Χατζηνάσιου και οι στιχουργοί του “πετάλου”, έκαναν το θαύμα τους, τρεις δεκαετίες αργότερα…

Τεράστια Μαρινέλα!

Μια από τις μεγαλύτερες τραγουδίστριες όλων των εποχών!

Μια μεγάλη Καλλιτέχνις, η οποία “μάγευε” με την εκπληκτική της φωνή.

Μια πραγματική performer που σε κάθε της εμφάνιση, είτε σε μουσική σκηνή, είτε σε συναυλίες, έδινε ρεσιτάλ.

Είχα τη χαρά να τη δώ πολλές φορές επι σκηνής.

Σε κάποια στιγμή της ζωής μου, λόγω δουλειάς, είχα την τύχη να γνωρίσω αυτή τη σπουδαία γυναίκα.

Αμέτρητες συναυλίες!

Από που να αρχίσω…

Από εκείνη την πρώτη της μεγαλειώδη συναυλία στο Θέατρο Γης τον Σεπτέμβριο του 1999, μέχρι και την τελευταία της το 2022 με την Νατάσα Θεοδωρίδου.

Τι να πρωτοθυμηθώ…

Είτε μόνη της, είτε με Νικολόπουλο, με Ρέμο, με Νταλάρα, με Βιτάλη, με Γλυκερία, με Κώστα Χατζή (Θ. Δάσους), με Φραγκούλη…

Φοβερές βραδιές!

Από μία μεγάλη κυρία του ελληνικού τραγουδιού, η οποία άφησε σπουδαία παρακαταθήκη στην ελληνική μουσική και στο ελληνικό τραγούδι.

Τα λόγια είναι περιττά, όταν μιλάς για τη Μαρινέλα, η οποία είναι δεδομένο οτι δεν θα χαθεί ποτέ από τη ζωή μας, γιατί τα τραγούδια της, είναι σαν το αθάνατο νερό και θα τα απολαμβάνουμε σταλιά-σταλιά… όπως λένε και οι στίχοι σε κάποια από τα αναρίθμητα διαμάντια που έχει ερμηνεύσει και τα έχει αφήσει, σαν ανεκτίμητη κληρονομιά σε όλους μας.

Γιατί όπως έχουμε πει αυτοί οι άνθρωποι δεν πεθαίνουν ποτέ.

Δεν γίνεται να πεθάνουν.

Αυτό το ισχυρό αποτύπωμα που αφήνουν πάνω σε αυτόν τον πλανήτη δεν τους αφήνει να τελειώσουν και να ξεχαστούν ποτέ.

Η Μαρινέλα ήδη ταξιδεύει για τους ουρανούς…

Πάει να βρει τον Ανέστη Πεταλίδη, το Γιάννη Ιωαννίδη, τον Παναγιώτη Σπύρου, το Μενέλαο Χατζηγεωργίου, τον Αγαμέμνων Γκράτσιο, το Μάκη Νάτση και όλη εκείνη την υπέροχη παρέα.

Ντυμένη με εκείνο το κίτρινο κασκόλ και με το μικρόφωνο στο χέρι, πάει να τους ξεσηκώσει με το μοναδικό της μπρίο και να τους πει το ίδιο που τους έλεγε και τότε…

“ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΗ ΜΑΣ, ΠΑΝΤΑ ΜΠΡΟΣΤΑ…”

Ειδική τραπεζική αργία στις 3 και 6 Απριλίου
Προηγούμενο άρθρο Ειδική τραπεζική αργία στις 3 και 6 Απριλίου
Επόμενο άρθρο Κουκουρέγια για Μαρέσκα: «Μας επηρέασε η αποχώρηση του»
Κουκουρέγια για Μαρέσκα: «Μας επηρέασε η αποχώρηση του»