Πέρασαν τρία χρόνια, κι όμως φαίνεται ακόμα σαν ψέμα…
Στις 4 Οκτωβρίου του 2023 το ελληνικό μπάσκετ… παγώνει, στο άκουσμα της είδησης για την απώλεια του θρυλικού Γιάννη Ιωαννίδη σε ηλικία 78 ετών. Ο εμβληματικός «ξανθός». Ο άνθρωπος που συνδέθηκε όσο λίγοι με τη δημιουργία και την εκτόξευση της αυτοκρατορίας του ΑΡΗ.
Ο Ιωαννίδης υπηρέτησε τον σύλλογο τόσο ως αθλητής όσο και ως προπονητής, κατακτώντας σχεδόν τα πάντα. Ο «αρχιτέκτονας» της μεγάλης ομάδας που έμελλε να κυριαρχήσει στο ελληνικό μπάσκετ και να αποτελεί σημείο αναφοράς μέχρι σήμερα.
Πρώτα… ο αθλητής

Στα πρώτα χρόνια της αθλητικής του πορείας, ο Ιωαννίδης συνδύαζε τις προπονήσεις του στο γήπεδο της ΧΑΝΘ με τις σπουδές του στη Γεωπονική Σχολή του ΑΠΘ. Υπήρξε μέλος της «αργυρής» ομάδας του ΑΡΗ στη δεκαετία του 1960. Ο χαρακτηρισμός αυτός δόθηκε σε μια ομάδα που διέθετε σημαντικούς παίκτες, όπως ο Στέργιος Μπουσβάρος και ο Γιώργος Τσιτούρας, αλλά παρά τις υψηλές θέσεις που κατέκτησε, δεν μπόρεσε να πανηγυρίσει κάποιον τίτλο.
Το 1965 φόρεσε για πρώτη φορά τη φανέλα της Εθνικής Ελλάδας, αγωνιζόμενος απέναντι στη Ρουμανία. Την ίδια χρονιά πανηγύρισε την κατάκτηση του διεθνούς τουρνουά του ΒΑΟ, στο οποίο συμμετείχαν η πρώην πρωταθλήτρια Γιουγκοσλαβίας Μπεογκράτσκι, η Ακαντέμικ Σόφιας από τη Βουλγαρία, ο ΠΑΟΚ και φυσικά ο διοργανωτής ΒΑΟ.
Τη σεζόν 1965/1966 ο ΑΡΗΣ τερμάτισε στη δεύτερη θέση του ελληνικού πρωταθλήματος. Παρότι το τρόπαιο κατέληξε στην ΑΕΚ, η δεύτερη θέση έδωσε στους «κίτρινους» το δικαίωμα να αγωνιστούν για πρώτη φορά στην ιστορία τους στο Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης. Εκεί βρέθηκαν αντιμέτωποι με την πανίσχυρη Μακάμπι Τελ Αβίβ.
Ο Ιωαννίδης αγωνίστηκε και στις δύο αναμετρήσεις απέναντι στην «ομάδα του λαού», σημειώνοντας 17 πόντους στο πρώτο παιχνίδι και 11 στο δεύτερο. Ο ΑΡΗΣ ηττήθηκε στο Ισραήλ με 101-71, όμως στον επαναληπτικό επικράτησε με 91-71.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ο ΑΡΗΣ πέρασε μια περίοδο αγωνιστικής κάμψης. Η παρουσία, όμως, των Χάρη Παπαγεωργίου και Βαγγέλη Αλεξανδρή από το 1971 και έπειτα άρχισε να αλλάζει τα δεδομένα. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 οι «κίτρινοι» επέστρεψαν δυναμικά στο προσκήνιο, με τον Γιάννη Ιωαννίδη να εξακολουθεί να αποτελεί βασικό πρωταγωνιστή. Μέχρι το 1978 είχε σημειώσει συνολικά 4.970 πόντους, ολοκληρώνοντας μια σπουδαία αγωνιστική διαδρομή 19 ετών.
Η απόφαση που έμελλε να αλλάξει το μπάσκετ της Ελλάδας
Με το τέλος της αγωνιστικής περιόδου 1977/1978 πήρε την απόφαση να αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Ύστερα από παρότρυνση του Ανέστη Πεταλίδη, έκανε τα πρώτα του βήματα στην προπονητική, αναλαμβάνοντας την ομάδα του τμήματος Γεωπονικής του ΑΠΘ.
Λίγους μήνες αργότερα, στα μέσα του 1978, αποδέχθηκε την πρόταση του ΑΣ ΑΡΗΣ να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της ομάδας, σε ηλικία μόλις 33 ετών. Παρά τις περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες του συλλόγου, δημιούργησε ένα σύνολο αποτελούμενο αποκλειστικά από Έλληνες παίκτες. Με βασικό όπλο τη νοοτροπία νικητή που κατάφερε να μεταδώσει στους αθλητές του, οδήγησε τον ΑΡΗ στην κατάκτηση του ελληνικού πρωταθλήματος για πρώτη φορά μετά από 49 χρόνια.

Η επιτυχία αυτή είχε τεράστια σημασία για τα δεδομένα της εποχής και αποτέλεσε την αφετηρία μιας νέας εποχής για τον σύλλογο. Οι άνθρωποι του ΑΡΗ άρχισαν να επενδύουν σημαντικά ποσά στο τμήμα, ενώ παράλληλα τέθηκαν οι βάσεις για την οργάνωσή του σε επαγγελματικό επίπεδο.
Μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος το 1979, η ΕΟΚ πρότεινε στον Ιωαννίδη να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της Εθνικής Ελλάδας. Η πρώτη του θητεία στη «γαλανόλευκη», ωστόσο, δεν είχε την επιθυμητή κατάληξη. Η Εθνική πραγματοποίησε απογοητευτική παρουσία στο Ευρωμπάσκετ του 1981, ενώ απέτυχε να εξασφαλίσει την πρόκριση στην τελική φάση του Μουντομπάσκετ του 1982. Η δεύτερη αυτή αποτυχία έφερε και το τέλος της πρώτης παρουσίας του στον πάγκο της Εθνικής, με την επιστροφή του στον ΑΡΗ να αποτελεί πλέον μονόδρομο.
Τη σεζόν 1982/1983 επέστρεψε στους «κίτρινους», διαδεχόμενος τον Ντούσαν Ίβκοβιτς. Εκεί συνάντησε τον Νίκο Γκάλη, ο οποίος είχε ήδη αρχίσει να εξελίσσεται σε έναν από τους κορυφαίους σκόρερ του ελληνικού μπάσκετ. Στη δεύτερη συνολικά σεζόν του στον ΑΡΗ ως προπονητής, ο Ιωαννίδης πανηγύρισε το δεύτερο πρωτάθλημά του.
Η επόμενη περίοδος, 1983/1984, ολοκληρώθηκε με πικρό τρόπο. Μέσα σε διάστημα μόλις μίας εβδομάδας, ο ΑΡΗΣ έχασε τόσο το πρωτάθλημα από τον Παναθηναϊκό όσο και το Κύπελλο Ελλάδας από τον ΠΑΟΚ.
Οι δύο αυτές απώλειες ενίσχυσαν την αποφασιστικότητα του Ιωαννίδη για την επιστροφή στην κορυφή. Στο στόχαστρό του βρέθηκε ο Παναγιώτης Γιαννάκης του Ιωνικού Νικαίας. Η μεταγραφή του, παρότι ο παίκτης βρισκόταν κοντά στην ΑΕΚ, ολοκληρώθηκε και ο Ιωαννίδης απέκτησε πλέον στη διάθεσή του δύο σπουδαία όπλα: τον Νίκο Γκάλη και τον Παναγιώτη Γιαννάκη. Μαζί αποτέλεσαν ένα από τα πιο ισχυρά δίδυμα που γνώρισε το ευρωπαϊκό μπάσκετ.

Από τη σεζόν 1984/1985 και για τα επόμενα χρόνια, ο ΑΡΗΣ κυριάρχησε απόλυτα στις εγχώριες διοργανώσεις. Ο Γιάννης Ιωαννίδης δημιούργησε μια ομάδα που έμεινε στην ιστορία ως μία από τις κορυφαίες του ελληνικού μπάσκετ στον 20ό αιώνα, ενισχύοντάς την το 1986 με την προσθήκη του Λευτέρη Σούμποτιτς.
Συνολικά, ο Ιωαννίδης οδήγησε τον ΑΡΗ στην κατάκτηση οκτώ πρωταθλημάτων Ελλάδας, το 1979, το 1983, το 1985, το 1986, το 1987, το 1988, το 1989 και το 1990. Παράλληλα, πανηγύρισε πέντε Κύπελλα Ελλάδας, το 1985, το 1987, το 1988, το 1989 και το 1990, ενώ οδήγησε τους «κίτρινους» σε τρεις παρουσίες σε Final Four του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, στη Γάνδη το 1988, στο Μόναχο το 1989 και στη Σαραγόσα το 1990.