Η Πορτογαλία είναι μία χώρα που φημίζεται για την ανάδειξη παικτών σε όλες τις θέσεις.
Πολύ καλοί αμυντικοί έχουν βγει μέσα από τα σπλάχνα μικρών ή και μεγαλύτερων ομάδων. Άλλοι με λάμψη και αλλοί με πολλή λιγότερη, όπως ο Πέδρο Άλβαρο.
Η ιστορία του 25χρονου στόπερ είναι λιγότερο… θορυβώδης από πολλές άλλες. Ενα παιδί από τη νότια Λισαβόνα, το οποίο έμαθε να παίζει μπάλα στις αυλές με πέτρες για δοκάρια και όνειρα για μπάλα. Ήταν ψηλός, αγέλαστος, και με βλέμμα βαθύ. Οχι από έπαρση, αλλά από την ευθύνη με την οποία γέμιζε τον εαυτό του τόσο ο ίδιος όσο και οι δικοί του.
Η Μπενφίκα και οι δυσκολίες στη Μπελενένσες
Ο Πέδρο Μιγκέλ ντα Κόστα Άλβαρο, όπως είναι το πλήρες όνομά του, γεννήθηκε στις 2 Μαρτίου 2000 στο χωριό Σαντομίλ, στην επαρχία Γκάρντα της Πορτογαλίας . Σε ηλικία 9 ετών ξεκίνησε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα στον τοπικό σύλλογο Seia FC, όπου, μακριά από τα λαμπερά προπονητικά κέντρα των μεγάλων ομάδων, έμαθε τις βασικές αξίες του παιχνιδιού.
Το 2010–2011 αγωνίστηκε στην AD São Romão, πριν κάνει το μεγάλο βήμα το 2011 και μπει στην ακαδημία της Μπενφίκα, σε ηλικία μόλις 11 ετών. Εκεί, ανάμεσα σε φανέλες βαριές σαν ιστορία, όπως του Λουιζάο, έμαθε να κουβαλάει όχι μόνο την πίεση αλλά και το βάρος του να είσαι πάντα ο τελευταίος πριν την καταστροφή. Πέρασαν χρόνια, προπονήσεις, δανεισμοί. Στην Μπελενένσες βρήκε χώρο, χρόνο, και τραύματα. Οχι αυτά που αφήνουν σημάδια στο σώμα ενός ποδοσφαιριστή, αλλά στην ψυχή του. Μα εκείνος δεν λύγισε.
“Δεν ήμουν ποτέ ο πιο γρήγορος ή ο πιο θεαματικός. Ήξερα όμως ότι μπορώ να γίνω ο πιο αξιόπιστος”, είχε πει σε παλαιότερη συνέντευξη στον πορτογαλικό Τύπο, περιγράφοντας αυτό ακριβώς που ακολούθησε στην Εστορίλ
Στην Εστορίλ βρήκε το… σπίτι του
Το 2023, ήρθε η στιγμή που κάθε ποδοσφαιριστής περιμένει. Να δείξει τί αξίζει. Φόρεσε τη φανέλα της Εστορίλ και έγινε η ήρεμη δύναμη μιας άμυνας που έμαθε να φοβάται λιγότερο όταν εκείνος ήταν εκεί. Δεν ήταν φαντεζί. Δεν ήταν «μαν του ματς». Ήταν όμως σταθερός και σταδιακά ηγετικός, φτάνοντας να φορέσει το περιβραχιόνιο την περσινή σεζόν.
Δεν κέρδισε κάποια μεγάλη μεγάλη μεταγραφή -παρότι τον κοιτούσαν αρκετές ομάδες- ούτε και τα αποθεωτικά σχόλια του Τύπου. Κέρδισε όμως τη μάχη με τον εαυτό του. Επιβίωσε από τραυματισμούς, αμφισβήτηση και ό,τι του προκάλεσαν αυτά ψυχικά. Δεν… καιγόταν ποτέ να είναι άλλωστε το πρώτο όνομα στη μαρκίζα. Ηθελε να νιώθει καλά με ατον εαυτό του και οι άλλοι μαζί του. “Όταν οι φίλαθλοι κοιτάζουν τον επιθετικό που σκοράρει, εγώ κοιτάζω τη γραμμή πίσω. Γιατί εκεί χτίζονται οι τίτλοι, στην ησυχία της άμυνας. Εγώ δεν κυνηγώ να είμαι ήρωας αλλά αυτός που εμπσιτεύονται”, δήλωνε κάποτε με περίσσεια ηρεμία.
Ο ΑΡΗΣ φαίνεται να προσθέτει στη μηχανή του μία ήρεμη δύναμη και παράλληλα μία προσωπικότητα από αυτές που χρειάζονται μέσα και έξω από τις τέσσερις γραμμές του γηπέδου. Εναν παίκτη με πολλές κερδισμένες μάχες στο γήπεδο, αλλά τη μεγαλύτερη να είναι εκείνη της ψυχικής υγείας. Εναν καλό αμυντικό ο οποίος δοκιμάζεται για πρώτη φορά εκτός Πορτογαλίας και ονειρεύται… με χαμηλούς τόνους.